μεσοκάρδιον

μεσοκάρδιον
μεσοκάρδιον, τὸ (Μ)
το μέσο ενός πράγματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεσ(ο)-* + κάρδιο (< καρδία), πρβλ. μυο-κάρδιο, προ-κάρδιο].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”